Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεσουάρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
ένα σεσουάρ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σεσουάρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική séchoir[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σεσουάρ ουδέτερο άκλιτο

  1. συσκευή για το στέγνωμα των μαλλιών που χρησιμοποιείται στα κομμωτήρια και έχει μια μεγάλη κάσκα, κάτω απ' την οποία κάθονται οι πελάτισσες
  2. φορητή ηλεκτρική συσκευή για το στέγνωμα των μαλλιών
      Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 )
     συνώνυμα: πιστολάκι

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]