σεφ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεφ < γαλλική chef

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεφ αρσενικό

  1. ο αρχιμάγειρας
  2. ο δεξιοτέχνης της μαγειρικής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]