Μετάβαση στο περιεχόμενο

σηκωθείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σηκωθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
  2. θα σηκωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνομαι