Μετάβαση στο περιεχόμενο

σημάνει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σημάνει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σημαίνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
  3. θα σημάνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σημαίνω