σημαία
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Ελληνικά (el) [επεξεργασία]
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σημαία | οι | σημαίες |
| γενική | της | σημαίας | των | σημαιών |
| αιτιατική | τη | σημαία | τις | σημαίες |
| κλητική | σημαία | σημαίες | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία [επεξεργασία]
- σημαία < αρχαία ελληνική σημαία
Προφορά[επεξεργασία]
Ουσιαστικό[επεξεργασία]
σημαία θηλυκό
- κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ.
- η γαλανόλευκη σημαία: η σημαία της Ελλάδας
- η αμερικανική σημαία: η σημαία των ΗΠΑ, η αστερόεσσα
- η λευκή σημαία: το σύμβολο ανακωχής
- μαύρη σημαία: σύμβολο των αναρχικών, των απεργών, των πειρατών, του πένθους
- μεσίστια σημαία: σύμβολο πένθους
- (μεταφορικά) το σύμβολο (πρόσωπο ή μη) μιας προσπάθειας, μιας ομάδας, ενός χώρου
- θα κάνομε την ισότητα και την δικαιοσύνη σημαία στον αγώνα μας!
- το όνομά του είναι σημαία για τους απανταχού ομοϊδεάτες του
- στα ταξί, μεταλλικό φωτεινό εξάρτημα που δείχνει στους πεζούς εάν το ταξί είναι ελεύθερο ή όχι
- πάγια χρέωση (σε αντιδιαστολή με την ταρίφα, την χρονοχρέωση, το επιπλέον κόστος, τα έξτρα• πλέον όχι μόνο για το ταξί)
Εκφράσεις[επεξεργασία]
- καλούμαι υπό τας σημαίας : επιστρατεύομαι
- κάνω κάτι σημαία μου : κάνω κάτι έμβλημά μου
- κρατάω ψηλά τη σημαία : συνεχίζω να αγωνίζομαι, δεν παραιτούμαι
- παίρνω άδεια από τη σημαία : απομακρύνομαι από το στρατόπεδο ή το χώρο εργασίας μου, χωρίς να ζητήσω άδεια από τον αξιωματικό ή τον διευθυντή
- τάσσομαι υπό την σημαίαν : προσχωρώ στην πλευρά/παράταξη κάποιου
- υπό ελληνική / ξένη σημαία : υπό ελληνική / ξένη κυριαρχία
- υψώνω τη σημαία
[επεξεργασία]
Σύνθετα[επεξεργασία]
Συνώνυμα[επεξεργασία]
Μεταφράσεις[επεξεργασία]
σημαία
|
|