σημαία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημαία σημαίες
γενική σημαίας σημαιών
αιτιατική σημαία σημαίες
κλητική σημαία σημαίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημαία < αρχαία ελληνική σημαία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ˈmɛ.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημαία θηλυκό

  1. κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ.
    η γαλανόλευκη σημαία: η σημαία της Ελλάδας
    η αμερικανική σημαία: η σημαία των ΗΠΑ, η αστερόεσσα
    η λευκή σημαία: το σύμβολο ανακωχής
    μαύρη σημαία: σύμβολο των αναρχικών, των απεργών, των πειρατών, του πένθους
    μεσίστια σημαία: σύμβολο πένθους
  2. (μεταφορικά) το σύμβολο (πρόσωπο ή μη) μιας προσπάθειας, μιας ομάδας, ενός χώρου
    θα κάνομε την ισότητα και την δικαιοσύνη σημαία στον αγώνα μας!
    το όνομά του είναι σημαία για τους απανταχού ομοϊδεάτες του
  3. στα ταξί, μεταλλικό φωτεινό εξάρτημα που δείχνει στους πεζούς εάν το ταξί είναι ελεύθερο ή όχι
    • πάγια χρέωση (σε αντιδιαστολή με την ταρίφα, την χρονοχρέωση, το επιπλέον κόστος, τα έξτρα• πλέον όχι μόνο για το ταξί)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]