Μετάβαση στο περιεχόμενο

σημαδάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σημαδάκι τα σημαδάκια
      γενική
    αιτιατική το σημαδάκι τα σημαδάκια
     κλητική σημαδάκι σημαδάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σημαδάκι < σημάδι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σημαδάκι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]