Μετάβαση στο περιεχόμενο

σημαιοστολίσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σημαιοστολίσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
  2. θα σημαιοστολίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σημαιοστολίζω