σημαιοστολισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημαιοστολισμός σημαιοστολισμοί
γενική σημαιοστολισμού σημαιοστολισμών
αιτιατική σημαιοστολισμό σημαιοστολισμούς
κλητική σημαιοστολισμέ σημαιοστολισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημαιοστολισμός < σημαιοστολίζω + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημαιοστολισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του σημαιοστολίζω, η ανάρτηση σημαιών σε ένα χώρο για το στολισμό του, ιδιαίτερα σε εθνικές επετείους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]