σημαιοφόρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σημαιοφόρος < ελληνιστική κοινή σημαιοφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε σημαί(α) + -ο- + -φόρος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.me.oˈfo.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ση‐μαι‐ο‐φό‐ρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σημαιοφόρος αρσενικό ή θηλυκό
- (κυριολεκτικά) αυτός που κρατάει τη σημαία
- ※ Πλησίαζε η 28η Οκτωβρίου, και στο σχολείο είχαν αρχίσει οι πρόβες για τη γιορτή — ποιήματα, θεατρικά σκετς, τραγούδια — και, φυσικά, για παρέλαση. Εγώ, επειδή στην πέμπτη τάξη είχα 10 άριστα σε όλα τα μαθήματα, θα γινόμουν σημαιοφόρος. Το να είναι κάποιος σημαιοφόρος ήταν πολύ σπουδαίο για τους μεγάλους αλλά πολύ κουραστικό για τα παιδιά.
- Θοδωρής Παπαϊωάννου, Από την αρχή, αρχική δημοσίευση: (2020), εκδόσεις: Ίκαρος, ISBN 9789605723699, @google.gr/books
- ※ Πλησίαζε η 28η Οκτωβρίου, και στο σχολείο είχαν αρχίσει οι πρόβες για τη γιορτή — ποιήματα, θεατρικά σκετς, τραγούδια — και, φυσικά, για παρέλαση. Εγώ, επειδή στην πέμπτη τάξη είχα 10 άριστα σε όλα τα μαθήματα, θα γινόμουν σημαιοφόρος. Το να είναι κάποιος σημαιοφόρος ήταν πολύ σπουδαίο για τους μεγάλους αλλά πολύ κουραστικό για τα παιδιά.
- (στρατιωτικός βαθμός) βαθμός κατώτερου αξιωματικού του ναυτικού, αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού του στρατού ξηράς
- ※ Το 1922, απόφοιτο, πλέον, τον τοποθέτησαν ως σημαιοφόρο στο καταδρομικό Έλλη, κι έτσι βρέθηκε να παρακολουθεί το δράμα της εκκένωσης του ελληνικού στρατού από το λιμάνι της Σμύρνης.
- ⌘ Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
- ※ Το 1922, απόφοιτο, πλέον, τον τοποθέτησαν ως σημαιοφόρο στο καταδρομικό Έλλη, κι έτσι βρέθηκε να παρακολουθεί το δράμα της εκκένωσης του ελληνικού στρατού από το λιμάνι της Σμύρνης.
- (μεταφορικά) κήρυκας και υπέρμαχος ιδεολογίας πολιτικής, κοινωνικής κ.τ.λ.
- ※ Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξελέγη πανηγυρικά το 2019 λόγω της επαγγελίας του για συμφιλίωση και επανένωση των “δύο Ουκρανιών”. Υπό το κράτος, όμως, εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων, έκανε στροφή και μετατράπηκε σε σημαιοφόρο της κυρίαρχης “αντιρωσικής Ουκρανίας”.
- Λυγερός Σταύρος, Οι αθέατες όψεις του πολέμου στην Ουκρανία, αρχική δημοσίευση: (2025), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9786180713305, @google.gr/books
- ※ Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξελέγη πανηγυρικά το 2019 λόγω της επαγγελίας του για συμφιλίωση και επανένωση των “δύο Ουκρανιών”. Υπό το κράτος, όμως, εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων, έκανε στροφή και μετατράπηκε σε σημαιοφόρο της κυρίαρχης “αντιρωσικής Ουκρανίας”.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- σημαιοφορία
- → και δείτε τις λέξεις σημαία και φέρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σημαιοφόρος
Πηγές
[επεξεργασία]- σημαιοφόρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σημαιοφόρος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | σημαιοφόρος | τὸ | σημαιοφόρον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | σημαιοφόρου | τοῦ | σημαιοφόρου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | σημαιοφόρῳ | τῷ | σημαιοφόρῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | σημαιοφόρον | τὸ | σημαιοφόρον | ||
| κλητική ὦ! | σημαιοφόρε | σημαιοφόρον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | σημαιοφόροι | τὰ | σημαιοφόρᾰ | ||
| γενική | τῶν | σημαιοφόρων | τῶν | σημαιοφόρων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | σημαιοφόροις | τοῖς | σημαιοφόροις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | σημαιοφόρους | τὰ | σημαιοφόρᾰ | ||
| κλητική ὦ! | σημαιοφόροι | σημαιοφόρᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σημαιοφόρω | τὼ | σημαιοφόρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σημαιοφόροιν | τοῖν | σημαιοφόροιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]σημαιοφόρος, -ος, -ον
- (ελληνιστική κοινή) σημαιοφόρος, που κρατάει λάβαρο
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι Γάλβας, 22.6 @scaife.perseus
- εἷς ὑπεξελθὼν σημαιοφόρος ἀπήγγειλε τῷ Οὐϊτελλίῳ νυκτός, ἑστιωμένων πολλῶν παρʼ αὐτῷ.
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι Γάλβας, 22.6 @scaife.perseus
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- σημαιοφόρος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σημαιοφόρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί βαθμοί (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'τοξοβόλος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -φόρος (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)