σημαιοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημαιοφόρος σημαιοφόροι
γενική σημαιοφόρου σημαιοφόρων
αιτιατική σημαιοφόρο σημαιοφόρους
κλητική σημαιοφόρε σημαιοφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημαιοφόρος < σημαία + φέρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.mɛ.ɔ.ˈfɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημαιοφόρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που κρατάει τη σημαία
  2. βαθμός κατώτερου αξιωματικού του ναυτικού, αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού του στρατού ξηράς
  3. (μεταφορικά) κήρυκας και πρωτοστάτης ιδεολογίας πολιτικής, κοινωνικής κ.τ.λ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]