σηματοδότης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σηματοδότης σηματοδότες
γενική σηματοδότη σηματοδοτών
αιτιατική σηματοδότη σηματοδότες
κλητική σηματοδότη σηματοδότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σηματοδότης < σηματο- (< σήμα) + -δοτης (< δίδω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ma.tɔ.ˈðɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σηματοδότης αρσενικό

  1. ηλεκτρονική συσκευή η οποία ρυθμίζει την κυκλοφορία οχημάτων, πεζών, τρένων κ.λπ. με τη μετάδοση φωτεινών σημάτων
  2. (γενικότερα) αυτός που μεταδίδει σήματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]