σημείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημείο σημεία
γενική σημείου σημείων
αιτιατική σημείο σημεία
κλητική σημείο σημεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημείο < αρχαία ελληνική σημεῖον < σῆμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημείο ουδέτερο

  1. μια συγκεκριμένη θέση στο χώρο ή το χρόνο
  2. σχήμα, σύμβολο, γραφική παράσταση
    • Το σημείο του σταυρού, Τα σημεία στίξης
  3. (φυσική) σχήμα με απειροελάχιστες ή μηδενικές διαστάσεις, ανθρώπινη επινόηση που αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό αντικείμενο χωρίς φυσική υπόσταση
  4. μέρος κειμένου ή λόγου
    • το αναφέρεις/γράφεις/λες σε τρία διαφορετικά σημεία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • διασκορπισμένο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: διασκορπισμένο παντού
  • νικώ στα σημεία: νικώ βάσει απόφασης κριτών όταν ο αγώνας έχει λήξει ισόπαλος
  • σημεία των καιρών: φαινόμενα και καταστάσεις που χαρακτηρίζουν γενικότερα μια εποχή
  • σημείο αναφοράς: κάτι που αποτελεί επίτευγμα, μέτρο σύγκρισης ή παράδειγμα προς μίμιση
  • τρωτό/αδύνατο/ευάλωτο σημείο: αδυναμία, κάτι ή κάποιο χαρακτηριστικό που κάνει το όλο ευπρόσβλητο, (μεταφορικά) ελάττωμα (χαρακτήρα), ατέλεια, χαρακτηριστικό που κάνει κάτι ή κάποιο να υπολείπεται των άλλων
  • η υπερβολική προσκόλλησή τους στην ποιότητα ήταν το μοναδικό τρωτό τους σηεμίο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]