σημιτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]σημιτικός, -ή, -ό
- που ανήκει στους Σημίτες ή αναφέρεται σ' αυτούς
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη Σημίτης
σημιτικός, -ή, -ό