σημιτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σημιτισμός οι σημιτισμοί
      γενική του σημιτισμού των σημιτισμών
    αιτιατική τον σημιτισμό τους σημιτισμούς
     κλητική σημιτισμέ σημιτισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημιτισμός < Σημίτης + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημιτισμός αρσενικό

  • (γλωσσολογία) η επίδραση που άσκησε η εβραϊκή γλώσσα στην ελληνική γλώσσα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, επίδραση που διαπιστώνεται κυρίως στην παρουσία μεταφραστικών δανείων σε λέξεις ή εκφράσεις καθώς και στην υιοθέτηση από την ελληνική συντακτικών σχημάτων χαρακτηριστικών της σημιτικής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]