σιέλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιέλ < γαλλική ciel < λατινική caelum

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιέλ ουδέτερο άκλιτο

  • το απαλό γαλάζιο χρώμα του ουρανού (και ως επίθετο)
    σιέλ (χρώμα):   

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]