σιέστα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιέστα σιέστες
γενική σιέστας σιεστών
αιτιατική σιέστα σιέστες
κλητική σιέστα σιέστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιέστα < ισπανική siesta < λατινική sexta (hora) (έκτη (ώρα), δηλαδή μεσημέρι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιέστα θηλυκό

  • μεσημβρινή / απογευματινή ανάπαυση, που συνοδεύεται συνήθως από σύντομο ύπνο
    Για τον γνωστό καλλιτέχνη της Αναγέννησης ο κλασικός νυχτερινός ύπνος ήταν μάλλον μια άγνωστη έννοια. Αντ’ αυτού περιοριζόταν σε 15λεπτες σιέστες κάθε τέσσερις ώρες, που ισοδυναμούν με μιάμιση ώρα ύπνου την ημέρα. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]