σιαμέζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σιαμέζικος, σιαμαίος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιαμέζος σιαμέζοι
γενική σιαμέζου σιαμέζων
αιτιατική σιαμέζο σιαμέζους
κλητική σιαμέζε σιαμέζοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιαμέζος < γαλλική siamois < Siam < πορτογαλική Sciam (Ταϊλάνδη) < ταϊλανδικά สยาม (sà-yǎam: Σιάμ) < πάλι suvaṇṇabhūmi (γη του θεού) ή σανσκριτική श्याम (śyāma: σκοτάδι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.a.ˈmε.zɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιαμέζος αρσενικό (θηλυκό: σιαμέζα)

  • αυτός που μένει στο Σιάμ ή κατάγεται από εκεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Σιάμ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]