σιαμαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σιαμαίος σιαμαία σιαμαίο
γενική σιαμαίου σιαμαίας σιαμαίου
αιτιατική σιαμαίο σιαμαία σιαμαίο
κλητική σιαμαίε σιαμαία σιαμαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σιαμαίοι σιαμαίες σιαμαία
γενική σιαμαίων σιαμαίων σιαμαίων
αιτιατική σιαμαίους σιαμαίες σιαμαία
κλητική σιαμαίοι σιαμαίες σιαμαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιαμαίος < Σιάμ + -αίος (2,3. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική siamois) < Siam < πορτογαλική Sciam (Ταϊλάνδη) < ταϊλανδικά สยาม (sà-yǎam: Σιάμ) < πάλι suvaṇṇabhūmi (γη του θεού) ή σανσκριτική श्याम (śyāma: σκοτάδι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.a.ˈmε.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σιαμαίος, -α, -ο

  1. που μένει στο Σιάμ ή κατάγεται απ’ αυτό
  2. αδελφός που έχει γεννηθεί ενωμένος σε κάποιο σημείο του σώματός του με τον δίδυμο αδελφό του
  3. (κατ’ επέκταση) στενός κι αχώριστος με κάποιον άλλο φίλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Σιάμ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]