Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιγάσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siˈɣa.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σιγάσει
τονικό παρώνυμο: σίγαση

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σιγάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
  3. θα σιγάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγάζω