σιγάσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /siˈɣa.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σι‐γά‐σει
- τονικό παρώνυμο: σίγαση
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σιγάσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγάζω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
- θα σιγάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγάζω