σιγανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σιγανός σιγανή σιγανό
γενική σιγανού σιγανής σιγανού
αιτιατική σιγανό σιγανή σιγανό
κλητική σιγανέ σιγανή σιγανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σιγανοί σιγανές σιγανά
γενική σιγανών σιγανών σιγανών
αιτιατική σιγανούς σιγανές σιγανά
κλητική σιγανοί σιγανές σιγανά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιγανός < σιγά + -ανός

Επίθετο[επεξεργασία]

σιγανός, -ή, -ό

  1. που λέγεται ή γίνεται με χαμηλή ένταση ήχου και σε ήρεμη ατμόσφαιρα
  2. που έχει χαμηλή ένταση
    το βράζουμε σε σιγανή φωτιά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι: οι άνθρωποι που εξωτερικά είναι ήρεμοι και χαμηλών τόνων είναι κάποτε ικανοί για πράξεις εντυπωσιακές ή σφοδρές

Μεταφράσεις[επεξεργασία]