Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιγοβρέξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σιγοβρέξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγοβρέχει
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβρέχει
  3. θα σιγοβρέξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγοβρέχει