Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιγομαγειρεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σιγομαγειρεύω < σιγο- + μαγειρεύω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /si.ɣo.ma.ʝiˈɾe.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σιγομαγειρεύω

σιγομαγειρεύω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]