Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιγουρευτείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σιγουρευτείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
  2. θα σιγουρευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι