σιγουρευτείτε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σιγουρευτείτε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
- θα σιγουρευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι