Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιγουρευτώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σιγουρευτώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
  2. θα σιγουρευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύομαι