σιγουριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιγουριά σιγουριές
γενική σιγουριάς σιγουριών
αιτιατική σιγουριά σιγουριές
κλητική σιγουριά σιγουριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιγουριά < σίγουρος + -ιά < βενετική seguro < λατινική securus < se- + cura < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷeis- (προσέχω, φροντίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ɣu.ˈɾʝa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιγουριά θηλυκό

  1. κατάσταση κατά την οποία νιώθει κανείς ασφαλής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ασφάλεια
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανασφάλεια
  2. η ιδιότητα του σίγουρου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βεβαιότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αβεβαιότητα, αμφιβολία

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]