Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιγόβρασα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σιγόβρασα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω