σιδέρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιδέρωμα σιδερώματα
γενική σιδερώματος σιδερωμάτων
αιτιατική σιδέρωμα σιδερώματα
κλητική σιδέρωμα σιδερώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σιδέρωμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σιδέρωμα ουδέτερο

  1. η αφαίρεση πτυχών από ύφασμα με τη χρήση σίδερου
  2. (κατασκευές) η εργασία τοποθέτησης μεταλλικών ράβδων στα καλούπια για μπετόν αρμέ

32πχ Μεταφράσεις[]