σιδεράκια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | σιδεράκια | ||
| γενική | — | |||
| αιτιατική | τα | σιδεράκια | ||
| κλητική | σιδεράκια | |||
| Η κατάληξη -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σιδεράκια < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.ðeˈɾa.ca/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σι‐δε‐ρά‐κια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σιδεράκια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (οδοντιατρική) ορθοδοντικός μηχανισμός που προσαρμόζεται στην οδοντοστοιχία για να την ευθυγραμμίσει
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]σιδεράκια ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδεράκι
Πηγές
[επεξεργασία]- σιδεράκια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οδοντιατρική (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)