σιδηροπυρίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιδηροπυρίτης σιδηροπυρίτες
γενική σιδηροπυρίτη
αιτιατική σιδηροπυρίτη σιδηροπυρίτες
κλητική σιδηροπυρίτη σιδηροπυρίτες
σιδηροπυρίτης

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιδηροπυρίτης < πυρ και σίδηρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιδηροπυρίτης αρσενικό

  • σουλφίδιο μεγάλης σκληρότητας με λευκό ή κιτρινωπό χρώμα συνήθως
Ο σιδηροπυρίτης αξιοποιείται στην παρασκευή θειϊκού οξέος, λιπασμάτων, στο καθάρισμα του πετρελαίου, στη χρωματουργία, στη βιομηχανία μελάνης, στη συντήρηση ξύλων, στα απολυμαντικά κ.α.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]