σιδηρόστοκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιδηρόστοκος σιδηρόστοκοι
γενική σιδηρόστοκου σιδηρόστοκων
αιτιατική σιδηρόστοκο σιδηρόστοκους
κλητική σιδηρόστοκε σιδηρόστοκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιδηρόστοκος < σίδηρος + στόκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιδηρόστοκος αρσενικό

  1. στόκος που χρησιμοποιείται σε στοκάρισμα, (γέμισμα), μεταλλικών επιφανειών
    ο σιδηρόστοκος είναι συνηθέστερα πολυεστερικός, δύο συστατικών, που αναμιγνύονται πριν τη χρήση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]