σιμετιδίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιμετιδίνη < λατινική cimetidine κατά ΔΚΟ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Η σιμετιδίνη (στερεομοριακός τύπος)

σιμετιδίνη θηλυκό

  1. (φαρμακευτική) φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος και ειδικότερα με κατασταλτική δράση στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος, ανήκει στην υποκατηγορία των δι-υδρογονοανταγωνιστών, ή ανταγωνιστών των δι-υδρογονο-υποδοχέων ισταμίνης, των αντιελκωτικών φαρμάκων.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η χορηγία του χρήζει ιδιαίτερης προσοχής στη περίοδο εγκυμοσύνης και γαλουχίας (αποβάλλεται στο μητρικό γάλα), καθώς και σε ηλικιωμένα άτομα.
  • για τη χρήση του σε παιδιά κάτω των 16 ετών δεν υφίσταται επαρκής κλινική εμπειρία.
  • η εμπορική διάθεσή του ξεκίνησε το 1976 (Αγγλία) και 1979 (ΗΠΑ), παρά ταύτα έχει καταγγελθεί ως αντιανδρογόνο και για μεταβολισμό των οιστρογόνων προκαλώντας γυναικομαστία και ανικανότητα σε άνδρες και γαλακτόρροια και αμηνόρροια στις γυναίκες.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]