σινάπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σίναπι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σινάπι τα σινάπια
      γενική του σιναπιού των σιναπιών
    αιτιατική το σινάπι τα σινάπια
     κλητική σινάπι σινάπια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σινάπι < ελληνιστική κοινή σινάπιον, υποκοριστικό του σίναπι < αρχαία ελληνική νᾶπυ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σινάπι ουδέτερο

  1. (βοτανική) φυτά του γένους Sinapis, ειδικότερα, η κοινή ονομασία για το είδος Sinapis arvensis
    Συνώνυμα βρούβα, λαψάνα
  2. (μπαχαρικό) ο σπόρος μερικών ειδών του γένους Sinapis από τον οποίο παράγεται η μουστάρδα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]