σινάφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σινάφι τα σινάφια
      γενική του σιναφιού των σιναφιών
    αιτιατική το σινάφι τα σινάφια
     κλητική σινάφι σινάφια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σινάφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική esnaf < αραβική أصناف (asnāf)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σινάφι ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) ο κύκλος των ομοτέχνων, των ανθρώπων που ασχολούνται με την ίδια τέχνη ή το ίδιο επάγγελμα
  2. (μειωτικό) άτομα της ίδιας κοινωνικής ομάδας

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]