σινίκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σινίκι < τουρκική şinik < αρχαία ελληνική χοῖνιξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σινίκι ουδέτερο, μέτρο υπολογισμού ποσότητας δημητριακών που ισούται με δυο τενεκέδες λαδιού περίπου 30 οκάδων που χρησιμοποιούνταν ως τα αλεστικά του μυλωνά ή ενοικίαση κτημάτων για σπορά σίτου ή βρίζας μέχρι και τη δεκαετία του 1950 σε ορεινές περιοχές ιδιαίτερα της Δυτικής Μακεδονίας.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]