σιντριβάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σιντριβάνι τα σιντριβάνια
      γενική του σιντριβανιού των σιντριβανιών
    αιτιατική το σιντριβάνι τα σιντριβάνια
     κλητική σιντριβάνι σιντριβάνια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιντριβάνι < τουρκική şadırvan με μετάθεση του [r] και υποχωρητική αφομοίωση [a-i] > [i-i][1] < περσική شادروان (šādurvān). Συχνά έχει γραφτεί με συν- από παρετυμολογική σύνδεση λόγω φωνητικής ομοιότητας με το συντρίβω.[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siⁿ.dɾi.ˈva.ni/
το διάσημο σιντριβάνι του Trevi στη Ρώμη
(φωτο: David Iliff)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιντριβάνι ουδέτερο

  • κατασκευή που διακοσμεί πλατείες, πάρκα, κήπους κ.λ.π. και αποτελείται από μια μικρή λίμνη κι έναν τεχνητό πίδακα με ειδικό υδραυλικό σύστημα που εκτοξεύει νερό σε διάφορα ύψη.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. σιντριβάνι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.