σιορ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιορ < βενετική siór < ιταλικά signor

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιορ αρσενικό, σιόρα θηλυκό

  1. (επτανησιακό) ο κύριος
  2. (κυπριακή διάλεκτος) ο κύριος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]