σιρόκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σιρόκος οι σιρόκοι
      γενική του σιρόκου των σιρόκων
    αιτιατική τον σιρόκο τους σιρόκους
     κλητική σιρόκο
& σιρόκε
σιρόκοι
Κατηγορία όπως «καμαρότος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιρόκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική scirocco < αραβική شرقي (sharqī, ανατολή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιρόκος αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Άνεμοι:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]