Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιτίσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σιτίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιτίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
  3. θα σιτίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιτίζω