σιφόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σιφόνι τα σιφόνια
      γενική του σιφονιού των σιφονιών
    αιτιατική το σιφόνι τα σιφόνια
     κλητική σιφόνι σιφόνια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιφόνι < → λείπει η ετυμολογία
μεταλλικό σιφόνι(2)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιφόνι ουδέτερο ή αλλιώς σιφώνι # γενική ονομασία για σωλήνα που έχει στριφτεί και χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της ροής υγρών

  1. (οικοδόμηση, υδραυλική) ο σωλήνας που βρίσκεται κάτω από τον νιπτήρα και χρησιμεύει παράλληλα και για την αποφυγή της δυσοσμίας του αποχετευτικού συστήματος
  2. (οικοδόμηση, υδραυλική) το υδραυλικό σύστημα που βρίσκεται στο πάτωμα, στο οποίο καταλήγουν τα νερά και χρησιμεύει παράλληλα για την αποφυγή της δυσοσμίας του αποχετευτικού συστήματος
  3. δημωδώς ο αυλός εκκλησιαστικού οργάνου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]