σιφόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιφόνι σιφόνια
γενική σιφονιού σιφονιών
αιτιατική σιφόνι σιφόνια
κλητική σιφόνι σιφόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιφόνι < → Η ετυμολογία λείπει.
μεταλλικό σιφόνι(2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιφόνι ουδέτερο

  1. γενική ονομασία για σωλήνα που έχει στριφτεί και χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της ροής υγρών
  2. ο σωλήνας που βρίσκεται κάτω από τον νιπτήρα και χρησιμεύει παράλληλα και για την αποφυγή της δυσοσμίας του αποχετευτικού συστήματος
  3. το υδραυλικό σύστημα που βρίσκεται στο πάτωμα, στο οποίο καταλήγουν τα νερά και χρησιμεύει παράλληλα για την αποφυγή της δυσοσμίας του αποχετευτικού συστήματος
  4. δημωδώς ο αυλός εκκλησιαστικού οργάνου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]