σιφώνιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιφώνιο σιφώνια
γενική σιφωνίου
& σιφώνιου
σιφωνίων
& σιφώνιων
αιτιατική σιφώνιο σιφώνια
κλητική σιφώνιο σιφώνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιφώνιο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιφώνιο ουδέτερο

  • το όργανο που χρησιμοποιείται σε χημικά εργαστήρια για τη λήψη μικρής ποσότητας υγρού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]