σκάγι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάγι σκάγια
γενική σκαγιού σκαγιών
αιτιατική σκάγι σκάγια
κλητική σκάγι σκάγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκάγι < βενετική scagia (ρινίσματα, θηλυκό που θεωρήθηκε πληθυντικός ουδετέρου)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκάγι ουδέτερο

  1. πολύ μικρό σφαιρίδιο, συνήθως από μολύβι, που χρησιμοποιείται στα βλήματα κυνηγετικών όπλων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • με παίρνουν τα σκάγια: με θεωρούν ένοχο και εμένα απλά και μόνο γιατί έχω πολύ στενή σχέση με την υπόθεση

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]