σκάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Σκάλα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάλα σκάλες
γενική σκάλας
αιτιατική σκάλα σκάλες
κλητική σκάλα σκάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκάλα < λατινική scala < scando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *skend- (πηδώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈska.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκάλα θηλυκό

  1. κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
  2. (συνεκδοχικά) κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
  3. μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
  4. αποβάθρα, λιμάνι
  5. επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
  6. (κυπριακή διάλεκτος) μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια
  7. (μουσική) → δείτε τη λέξη: κλίμακα
  8. η μπαγκίνα (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]