σκάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Σκάλα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάλα σκάλες
γενική σκάλας
αιτιατική σκάλα σκάλες
κλητική σκάλα σκάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκάλα < λατινική scala < scando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *skend-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈska.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκάλα θηλυκό

  1. κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
  2. κλίμακα με κυλιόμενα σκαλοπάτια, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
  3. μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
  4. αποβάθρα, λιμάνι
  5. επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]