σκάμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάμμα σκάμματα
γενική σκάμματος σκαμμάτων
αιτιατική σκάμμα σκάμματα
κλητική σκάμμα σκάμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκάμμα < αρχαία ελληνική σκάμμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκάμμα ουδέτερο

  1. μέρος που έχει σκαφτεί, αποτέλεσμα το σκάβω
  2. λάκκος
  3. (αθλητισμός) σκαμμένο τμήμα εδάφους, γεμισμένο με άμμο, που χρησιμεύει κυρίως στα άλματα εις μήκος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκάμμα < σκάπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκάμμα ουδέτερο

  1. σκαμμένο μέρος
  2. λάκκος