σκάπουλλος
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκάπουλλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική scapolo (άγαμος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκάπουλλος αρσενικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σκάπουλλος - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
- σελ. 879 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄