σκάρφη
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | σκάρφη | αἱ | σκάρφαι |
| γενική | τῆς | σκάρφης | τῶν | σκαρφῶν |
| δοτική | τῇ | σκάρφῃ | ταῖς | σκάρφαις |
| αιτιατική | τὴν | σκάρφην | τὰς | σκάρφᾱς |
| κλητική ὦ! | σκάρφη | σκάρφαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σκάρφᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σκάρφαιν | ||
| Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκάρφη < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκάρφη θηλυκό
- (φυτό) (ελληνιστική κοινή) (μαύρος) ελλέβορος (Helleborus niger)
- ※ καταχρηστικῶς ἔοικε τῷ ὀνόματι τῆς βοτανῆς ταύτης εἰπεῖν· ὤφειλε γὰρ μᾶλλον τὴν σκάρφην εἰπεῖν. αὕτη γὰρ τοιαύτην ἔχουσα εὑρίσκεται δύναμιν καὶ οὐ τὰ κάρδαμα. αὕτη γάρ, ἡ σκάρφη δηλονότι, τῶν περὶ αὐτὴν φυομένων βοτανῶν τὴν πιότητα ἐπισπᾶται καὶ ταύτας ξηραίνεσθαι ποιεῖ. (Σχόλια στο έργο Νεφέλαι τού Αριστοφάνη, nub.234a beta.1–3.)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Helleborus niger στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πηγές
[επεξεργασία]- σκάρφη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)