σκάφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σκάφος | τα | σκάφη |
| γενική | του | σκάφους | των | σκαφών |
| αιτιατική | το | σκάφος | τα | σκάφη |
| κλητική | σκάφος | σκάφη | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκάφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκάφος < σκάπτω (σκάβω)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκάφος ουδέτερο
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη σκάβω
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | σκάφος | τὰ | σκάφη - σκάφεᾰ |
| γενική | τοῦ | σκάφους - σκάφεος | τῶν | σκαφῶν - σκαφέων |
| δοτική | τῷ | σκάφει - σκάφεῐ̈ | τοῖς | σκάφεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | σκάφος | τὰ | σκάφη - σκάφεα |
| κλητική ὦ! | σκάφος | σκάφη - σκάφεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σκάφει - σκάφεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σκαφοῖν - σκαφέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκάφος < σκάπτω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκάφος ουδέτερο
- (ναυτικός όρος) το κύτος, το κύριο σώμα του πλοίου, που αποτελείται από το εξωτερικό περίβλημα, τα διαφράγματα, τα καταστρώματα, τους νομείς και τα ζυγά, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα εξαρτήματά του, δηλαδή οι ιστοί, τα ιστία
- (συνεκδοχικά) ολόκληρο το πλοίο
- σκαφή, σκάψιμο, ανόρυξη
- εργαλείο για σκάψιμο, σκαπάνη, αξίνα
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σκάφος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μέσα μεταφορών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Εργαλεία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)