σκήπτρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκήπτρο σκήπτρα
γενική σκήπτρου σκήπτρων
αιτιατική σκήπτρο σκήπτρα
κλητική σκήπτρο σκήπτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκήπτρο < Σκήπτρο = από την ρίζα σκεπ- που σημαίνει προστατεύω, υπερασπίζομαι, στηρίζω.

σκέπτ-ω , σκέπτρον, σκήπτρον = υπό την σκέπη του, υπό την προστασία του.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκήπτρο ουδέτερο

  • ράβδος από πολύτιμα συνήθως υλικά με κάποια διακόσμηση που είναι σύμβολο εξουσίας
τα σκήπτρα της βασιλείας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]