σκίουρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκίουρος σκίουροι
γενική σκίουρου σκίουρων
αιτιατική σκίουρο σκίουρους
κλητική σκίουρε σκίουροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκίουρος < από το σκιά και το ουρά, καθώς στην αρχαιότητα, θεωρούσαν ότι η ουρά του σκίουρου χρησίμευε πρωτίστως για να δημιουργεί σκιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ένας σκίουρος.

σκίουρος αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]