σκαντζόχοιρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκαντζόχοιρος σκαντζόχοιροι
γενική σκαντζόχοιρου σκαντζόχοιρων
αιτιατική σκαντζόχοιρο σκαντζόχοιρους
κλητική σκαντζόχοιρε σκαντζόχοιροι
Igel01.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαντζόχοιρος < ελληνιστική κοινή ἀκανθόχοιρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκαντζόχοιρος αρσενικό

  1. (ζωολογία) κοινή ονομασία για όλα τα μικρά αγκαθωτά θηλαστικά της υποοικογένειας των ερινακεϊνών (Erinaceinae), της οικογένειας των ερινακεϊδών (Erinaceidae)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σαν σκαντζόχοιρος: για άνθρωπο που το κούρεμα του μοιάζει με σκαντζόχοιρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]