Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκαρί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκαρί τα σκαριά
      γενική του σκαριού των σκαριών
    αιτιατική το σκαρί τα σκαριά
     κλητική σκαρί σκαριά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκαρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαρίον < σχαρίον < ελληνιστική κοινή ἐσχάριον, ἐσχαρεῖον (πλατφόρμα) υποκοριστικό του < αρχαία ελληνική ἐσχάρα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /skaˈɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός : σκα‐ρί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκαρί ουδέτερο

  1. (ναυπηγικός όρος) πλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται πλοίο
  2. (ναυτικός όρος) ο σκελετός πλοίου
    ※  Στὶς καλὲς χρονιὲς εἶχε καὶ μπρίκια, τρεχαντήρια, μπρατσέρες. Στὸν καιρὸ τῆς φτώχειας, ὁ κόσμος φχαριστιόταν μὲ τὰ ψαροκάικα. Εἴτανε κάτι ψιλοχάραγα σκαριά, ἀρματωμένα θαρρεῖς γιὰ τὴ μέρα τούτη, ποὺ καβαλούσαν τὸ κῦμα […]
    ⌘ Παντελής Πρεβελάκης, Το χρονικό μιας πολιτείας, [μυθιστόρημα], αρχική δημοσίευση: (1938), [ηλεκτρονικό βιβλίο], εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1976, @google.gr/books
  3. (συνεκδοχικά, χαϊδευτικό) καραβάκι, βαρκούλα, κ.λπ.
  4. (μεταφορικά) η σωματική διάπλαση
  5. (μεταφορικά) το ποιόν, ο χαρακτήρας
    ≈ συνώνυμα: η στόφα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]