σκαρί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκαρί σκαριά
γενική σκαριού σκαριών
αιτιατική σκαρί σκαριά
κλητική σκαρί σκαριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαρί < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκαρί ουδέτερο

  1. πλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται το πλοίο, η βάρκα κλπ
  2. ο σκελετός πλοίου
  3. (συνεκδοχικά), (χαϊδευτικά) πλοίο, βάρκα κλπ
  4. (μεταφορικά) το ποιόν

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]