σκαραβαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκαραβαίος οι σκαραβαίοι
      γενική του σκαραβαίου των σκαραβαίων
    αιτιατική τον σκαραβαίο τους σκαραβαίους
     κλητική σκαραβαίε σκαραβαίοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαραβαίος < λατινική scarabaeus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκαραβαίος αρσενικό

  1. ονομασία διάφορων κολεόπτερων με σώμα σχεδόν στρογγυλό, σκληρό, στιλπνό και σκούρο
  2. (οικείο) το πρώτο, χρονολογικά, μοντέλο της Volkswagen

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]